Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

~Ανδρέας Παπάζογλου~

Ο Ανδρέας Παπάζογλου γεννήθηκε στις 10 το πρωί μιας Παρασκευής του 1986 στην Αθήνα. Πήγε σχολείο γιατί έπρεπε και το μίσησε. Σπούδασε ένα μάτσο αηδίες και τις μίσησε εξίσου. Διάβαζε Ανατριχίλες, Αλμανάκο και Σαΐνια ώσπου στα 14 μαγαρίστηκε ανεπανόρθωτα από τα "Νηπενθή" του Καρυωτάκη. Έκτοτε γράφει ποιήματα, πανικοβάλλεται τακτικά και κοιτάζει δραματικά τους τοίχους. Αγαπά τους Monty Python, το τζατζίκι, τον Τάσο Λειβαδίτη και το σκυλί του. Μισεί τα κουκούτσια, τα κόκκαλα, τις αμήχανες σιωπές και τα βιογραφικά σημειώματα.









(ΕΡΓΑΣΙΜΗ)

Δε ξέρω τι μου λες
Κι άντε γαμήσου


Εγώ αύριο πέρασα καλά

Δε ξέρω τι μου λες
Εγώ προσπάθησα



Μοίρασα την ζωή σε καρκίνο κι άλογα
Να μην χανόμαστε στα σταυροδρόμια


Βημάτισα ανόρεχτα για ώρες
Χαράζοντας δυο πόδια - αναχωρητές ξεδιάντροπους
Πάνω σε καζανάκια σχολικών τουαλετών
Κι εσώφυλλα σπυριάρικων και άδειων λευκωμάτων


Να μάθουν τις αλήθειες και οι επόμενοι


Γυμνός, χοντρός και άσχημος
Ρώτησα και ρωτήθηκα
Για όσα τυραννούν τους ήσυχους
Τους σάτυρους τους φθινοπωρινούς

Για την γυαλάδα των σβηστών ματιών
Την άλυτη θλίψη του ξεραμένου αίματος
Το γδάρσιμο της γάμπας της αξύριστης στον κρόταφο
Και για την κράμπα στο σαγόνι απ' τα θριαμβευτικά χασμουρητά

Κι αν δεν απάντησα η απάντησαν
Είναι γιατί δεν μάθαμε ποτέ να ευγνωμονούμε
Μόνο από φτυάρια μάθαμε
Ή να χασκογελάμε ενοχικά κάθε που πλένουμε αγγούρια

Σκίσε λοιπόν και πιες όσο προλάβεις

Ό,τι κι αν είπες, λες ή πεις
Εγώ αύριο έφυγα

Σαν κάτι που έφευγε καιρό, έφυγα
Αυτομολώντας ζόρικα
Προδίδοντας καιρούς παλιούς
Και θάλασσες ζωγράφων
Έτρεξα ατσούμπαλα και ίσια προς τα πάνω

Τρυπώντας φρενιασμένα
την ομφαλία αχλή μιας μέγαιρας στρατόσφαιρας
Νύσταξα
Γελάστηκα
Ξέχασα

Ξεχάστηκα

Τι έλεγα - α, ναι

Φαιδρός και μανιασμένος πυροβλήτης
Έκαψα τρύπες στ' ουρανού τη νυχτικιά
Να πάρουμε επιτέλους λίγο μάτι

Κάφτρα γλυκιά από τζούρα κερασμένη
Κάηκα
Μαύρισα
Έσταξα κι έπεσα στα μάτια μου
Να μάθω να θρηνώ απ' την αρχή

Κι έτσι για πλάκα
Αύριο πέθανα
Από πλήξη ή έρωτα πέθανα
Δεν ξέρω να σου πω
Δεν το θυμάμαι

Παράτα με πια

Σε δυο ώρες ξυπνάω
και το Μετρό έχει απεργία

Λυπήσου με



(ΑΚΙΝΗΤΟ)
Έχω ένα σπίτι για να ζω
Ένα τραπέζι
Δύο φτηνές καρέκλες

Και δυο γυμνά παράθυρα 
με θέα στην Αφροδίτη

Πρόστυχη γωνιά στα χωράφια του πλανήτη
Δύσκολα βράδια
Κίτρινοι καιροί
Ούζο και τηλεμάρκετινγκ

Τις ώρες του πνιγμού έρχονται πάντα επισκέπτες

Βλάσφημες, ανάπηρες παρομοιώσεις στον διάδρομο
Καπνός στα μάτια
Μία Τετάρτη ή Κυριακή λιπόθυμη στο μπάνιο 
Κι ο ταπεινός αγγελιοφόρος μιας ανθρωπότητας
Γλυκιάς
Πονετικής και ασφυκτιούσας
Στην κουζίνα μου

Γλυκά, πονετικά να γλύφει τα μαχαίρια


Και δεν μου λείπεις εσύ 

Μου λείπει εκείνη η αχόρταγη σιωπή μετά την καταιγίδα
Τα γυάλινα μάτια μιας εποχής 
Άτσαλα ερωτευμένης με τα πάντα
Κι εκείνος σου ο πρόστυχος ο αντίχειρας 
Που αδιάφορα γυρνούσε τα γρανάζια της ζωής μου

Κι έτσι μέρες περνούν, μήνες ή εβδομάδες

Ξεχνάω ανθρώπους και γενέθλιες γιορτές
Γύρω οι σοβάδες στάζουν 
Τα σκουπίδια εξαγριώνονται
και χιμάνε στον λαιμό μου
κάθε που πάω να κοιμηθώ
Θόρυβος και φαγούρα
Τοίχοι πάντα λευκοί ή μπεζ
Πλήκτρα σπάνε
Νεύρα σπάνε
Σκυλιά γαυγίζουν
Παιδιά γαυγίζουν

Και το ταβάνι 

Τρίζει αδιάφορα
Λυμαίνοντας τa τραγούδια των βροχών



(ΔΙΑΚΕΝΟ)

Δεν είναι που λείπει
Ή που είναι εδώ

Είναι πάντα το κοντοζύγωμα 

Και οι αργοσάλευτες απομακρύνσεις
Που σκίζουν 
Που αντηχούν 
Βαθιά
Κάθε φορά 
Πρώτη φορά
Κάθε φορά 
Πρώτη φορά

Λες και νηστέψαμε ποτέ 

Από αναφιλητά
Από βουβά επιφωνήματα
Ή από ξημερώματα μανιακά

Μα ή τέχνη της αναπνοής

Εκείνης της βαθιάς 
Της απροκάλυπτα καθαρτικής
Μας διαφεύγει
Όταν γυρνούν ερήμην μας
Κλειδιά, εποχές και πόμολα

Και ξέρουμε μονάχα πως φεύγει, τότε

Ή, αλοίμονο, πως έρχεται

Και μένουμε εκεί

Όρθιοι
Ατελείωτοι
Άπνοοι
Στατικοί
Πέτρωμα αδιάφορο
Βραδυφλεγές
Στο κέντρο του πλανήτη
Πάνω απο το νιπτήρα
Ή στο καθιστικό

Κάποτε τελειώνει

Κι ύστερα πάλι λείπει
Ή είναι πάλι εδώ
Μπορούμε επιτέλους να πιούμε
Και ν' αποκοιμηθούμε

Γαμημένοι αρχάριοι









Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

~Βαγγέλης Κοκκάρης~

Ο Βαγγέλης Κοκκάρης γεννήθηκε το 1996 και σπουδάζει στο τμήμα φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί ηλεκτρονικά στο περιοδικό ''Θράκα''. Ζει στην Επανομή Θεσσαλονίκης.






(Η χρονοκάψουλα)
Γράφουμε τις ιδέες μας σε λευκές κόλλες χαρτί,
τις οποίες βάζουμε σε πλαστικά μπουκάλια
και
τα πετάμε σε άγνωστες θάλασσες με δείκτες,
για να τα βρει κάποιο παιδάκι στην απέναντι όχθη.

Όμως τα μπουκάλια τσακίζονται.
Τσακίζονται σε βράχια και σπάνε.
Λιώνει το χαρτί.
Τα γράμματα επιπλέουν στο νερό.
Παλεύουν με τα κύματα.
Προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή.

Με κόπο φτάνουν στην άλλη όχθη.
Έχουν σχηματίσει δικές τους λέξεις.
Το παιδάκι τις βλέπει.
Τις διαβάζει.
Μισοχαμογελά.
Τις σκίζει.
Αρχίζει να ζει.






(Ανα)πνοή

Κρατάμε την αναπνοή μας με τα χέρια μας μη τυχόν και μας φύγει.
Όσο και να μας φωνάζει δεν ακούμε.
Νομίζουμε ότι την προστατεύουμε.
Χτυπάει τα χέρια μας, μα δεν το νοιώθει κανείς.
Τα χείλη της σκίζονται απ’ τις φωνές,
μα μόνο αντίλαλο κάνουν οι κραυγές της μέσα στις παλάμες μας.
Τελικά, η αναπνοή χάνει το νόημα της ύπαρξης της.
Ξαφνικά, τα χέρια μας μένουν άδεια.

Αλήθεια, έχετε αναρωτηθεί ποτέ αν
η ψυχή μας ειν’ ελαφριά;







(Άτιτλο)
Ένα παιδί μέσα στη νύχτα παίζει κιθάρα….
Και στον νυχτερινό ουρανό

δημιουργούνται νησιά από καρδιές ζωγραφισμένες.