Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

~Ειρήνη Καραγιαννίδου~















[ Νύχτες που μύριζαν θάνατο ]
Στα δεκαπέντε μου ή τώρα στα σαράντα / Θα ούρλιαζα με τόσο λίγο πένθος
Ξέρεις, ίσως να μην πράττουμε καλά
που αφήνουμε τις εποχές
να μετρούν την αντοχή μας
Κι επιρρεπείς τόσο δεν είμαστε
για μία τέτοια υστεροφημία
Αφού και οι εποχές βίαιες υπάρχουνε, τόσο που δεν καταλαβαίνεις
για πότε μπαίνουν μέσα σου σαν πολιτεία ολάκερη
ο μαύρος γάτος, ο τσαλαπετεινός και το σπουργίτι,
το παιδικό παιχνίδι που βρίσκει στο πατάρι ο αδερφός
Κι ό,τι κρύβεις στη μνήμη σου
σημαίνει Ψυχοσάββατο
Κι ό,τι απωθείς ποντάρει κι επιμένει σε εξάρες
Έρχεται, είπαν, πρόωρος χειμώνας
Ούτε να κλάψουμε δεν θα ’χουμε καιρό
Ποιος ξέρει αν εκείνοι ή άλλοι κυνηγοί
λόγω βιασύνης ή αφηρημάδας
θάψουνε κάποιον άλλονε
αντί για εμάς.


[ Ένα κόμμα εβδομήντα δύο ]
Υπάρχουν κάποιες παράξενες τροχιές
τυφλά εκτεθειμένες
Απ’ όταν ο Ίκαρος αγόρασε
δυο χέρια ξένα μες στις καταιγίδες
πάνω στου χελιδονιού το μάτι
κέντησε την ανάγκη σου.
Μάρτης ίσως ήταν, ίσως μήνας θαλασσινός
σταυρό που γέννησε ο ήλιος
και οι τουρίστες βιαστικά μιαν απεργία πείνας
φορτώσανε στην άσφαλτο.
Έκτοτε όλα βαίνουν κατά τας γραφάς επιεικώς: Η Εγνατία οδός
σχεδόν έχει τελειώσει, εγώ μεγάλωσα, αγόρασα έναν σκύλο, έκανα
τέσσερα παιδιά, μένω σε μονοκατοικία
Ολόκληρη κοπέλα θα ’λεγες εσύ
Δεν θα ’χες κι άδικο
Η ευτυχία δεν είναι ζήτημα ύψους
Κάθε που έφευγες ψήλωνα έναν πόνο.








 [ Η κόρη του διάκου ]

Ιωσήφ,
καμιά φορά θαρρώ πως είσαι ράφτης στο επάγγελμα. 
Πως δένεις μαντίλι στον λαιμό της καλής σου
´κείνο που υφαίνουνε στους αργαλειούς του κόσμου με δίστιχα υφάδια 
κι ύστερα το κεντάς στα φλάμπουρα 
του πρωινού δίχως χρυσόφαρέτραβέλη, δίχως σμύρνα και κύματα
έρχεσαι ή σε φέρνει, 
κατηφορίζετε στην πόλη για καφέ
όπως τον συνηθίζουμε της λεςμην λογαριάζεις έτσι τα μνημόσυνα.

Ο Ιωσήφ είναι χαρταετός πάνω απ´ τις λίμνες του ύπνου
Ένα άσπρο άλογο με ασάλευτο καλπασμό
Ο Ιωσήφ είναι τρυφερός 
Σαν τα οροπέδια της αγρύπνιας
Σαν σκουλαρίκι στο αυτί της Μαίρης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου