Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

~Κ. Ν.~









Ήταν ολοφάνερο πως ο Χειμώνας τελείωνε πρώιμα και απότομα.

Το κρύο υποχώρησε, οι διαβάτες ξεφορτώθηκαν τα βαριά παλτά, το ντύσιμο όλων έγινε πιο ελαφρύ. Μέρα με την ημέρα επίσης στις γυναικείες γάμπες οι μπότες έδιναν τη θέση τους στις γόβες. Δημιουργούνταν έτσι καταστάσεις που σίγουρα θα ήθελε να αποθεώσει διακριτικά με τα φευγαλέα και εμμονικά πλάνα του ο Μπουνιουέλ και στιγμιότυπα που οπωσδήποτε δεν θα άφηνε χωρίς λεπτομερειακή περιγραφή για τους μύστες του ο Καραγάτσης.

Μα ούτε τα σακάκια φοριόντουσαν πια αλλά ριχνόντουσαν σε στυλ Τρίτση στους ιδρωμένους ανδρικούς ώμους. Τα κοντομάνικα εμφανίστηκαν νωρίς στις παιδικές χαρές και τα σχολεία ενώ τα πρώτα καπέλα «Παναμά» (που είχαν επιτέλους αρχίσει, μετά από δεκαετίες, να ξαναέρχονται στη μόδα) γινόντουσαν αναπόσπαστα μέλη των σκιών που ανεβοκατέβαιναν τις αθηναϊκές λεωφόρους. Ακόμη και οι βροχές έδειχναν να αραιώνουν απότομα, με κάνα-δυο μόνο βροντώδη ξεσπάσματα κάποια απομεσήμερα και άλλο ένα μια νύχτα, που όμως ξεθύμανε πριν τις πρώτες πρωινές ώρες. Και πώς να βρέξει άλλωστε, όταν και τα σύννεφα αραίωναν όλο και περισσότερο μέχρι που χάθηκαν εντελώς από τον ουρανό;

Ναι, τελικά ο Χειμώνας έφευγε κακήν κακώς. Ήταν τόσο γρήγορη η υποχώρησή του που θαρρείς πως μάζεψε άρον άρον τις παρέες του – την ψύχρα, τις βροχές, το έστω και λίγο χιόνι, τις αστραπές και τις βροντές, τους παγωμένους ανέμους – τις τύλιξε σε ένα μεγάλο σύννεφο, το αγκάλιασε, το πέρασε στο δισάκι του και τράβηξε κατά το βορά σαν βοσκός που αφήνει το χειμαδιό του. Πέταξε πρώτα πάνω από τον Υμηττό και έπειτα, πιάνοντας μία μία τις κορφές της Πάρνηθας και της Πεντέλης για να κερδίσει ύψος, χάθηκε πάνω από τη Στερεά και μετά τράβηξε κατά τον Αίμο. Σαν να λοξοκοίταξε προς τα Καρπάθια, πέρασε ξώφαλτσα από τους σκοτεινούς γκρεμούς τους  και μετά κατέβηκε προς τις Άλπεις, ψύχρανε τα πνευμόνια του με το λευκό κρυσταλλώδη αέρα τους για να ανηφορίσει μετά ξανά προς τα βόρια, ποιος ξέρει με ποιο ακριβώς προορισμό.

Ναι, ο Χειμώνας έφυγε πια. Μα έφυγε βιαστικά και η αποχώρησή του ήταν γρήγορη, βιαστική, ασυνήθιστη. Σαν κάτι να τον κυνηγούσε, σαν να είχε μιαν ανεξήγητη σπουδή να αφήσει την πόλη. Άφησε όμως στο πόδι του ένα κορίτσι, την Άνοιξη, και αυτό έγινε με έναν πολύ παράξενο τρόπο:
Ήταν η τελευταία του νύχτα στην πόλη όταν φύσηξε περίτεχνα στον καθρέφτη του ουρανού και άρχισε να σχεδιάζει πάνω του κουνώντας το κεφάλι με μακριές, ρυθμικές πνοές. Από το στόμα του βγήκαν δροσεροί αχνοί, γεμάτοι παγωμένες σταγόνες που υγροποιούνταν και έπειτα εξανεμίζονταν σχηματίζοντας στο ουράνιο κρύσταλλο με την υγρασία τους το περίγραμμα μιας γυναικείας μορφής. Πνοή την πνοή, σαν αέρινο πινέλο, ολοκλήρωσε το άσαρκο εκμαγείο δίνοντάς του τις τελευταίες λεπτομέρειες. Μερικές ανάσες μάλιστα έβγαζαν από τα έγκατά του λουλούδια και πέταλα, σαν χαλί που γέμισαν το δρόμο τα δέντρα, σαν άνθη επιταφίου, και τα λουλούδια αυτά κόλλησαν σαν στολίδια κατευθείαν στο φόρεμα που αγκάλιαζε το άγουρο, ηβικό γυναικείο κορμί. Έφτανε μια τελική εκπνοή στο ύψος της καρδιάς ώστε το δημιούργημά του να αρχίσει να παίρνει υπόσταση σαρκώδη. Να πυκνώνουν οι όγκοι του, να αδραίνουν οι γραμμές του, να αιματώνονται οι φλεβώσεις, να χρωματίζονται οι σάρκες και τα συνθετικά του υποσύνολα, να αποκτά ύλη η κορμοστασιά του. Μέχρι που πέρασε το κρίσιμο σημείο εκείνο ισορροπίας, μέστωσε από ζωή, άνοιξε τα μάτια ανεβάζοντας αργά τις καλλιτεχνικά περίτεχνες τοξοειδείς βλεφαρίδες, τέντωσε νωχελικά πρώτα τα λεπτά χέρια, έπειτα το υπόλοιπο κορμί έτσι ώστε η τρίτη διάσταση να ασφυκτιά δραπετεύοντας από το γυαλί του στερεώματος που ήταν εγκλωβισμένη, και με μια δρασκελιά κρατώντας και παραμερίζοντας διακριτικά τα μαλλιά της σηκώθηκε από τη νοητή κλίνη που στόλιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή σαν άλλη ωραία κοιμωμένη.

Αυτή ήταν η Άνοιξη. Ένα ολόδροσο ξανθό κορίτσι με ομορφιά αυστηρή και αντικειμενική,  σταρένιο δέρμα, λεπτοσμιλεμένα προσωπογραφικά χαρακτηριστικά με σαρκώδη περιγράμματα και μπούκλες που θύμιζαν γλυπτό του πρώιμου 5ουαιώνα π.Χ., με τη σοβαρότητα και τη μορφή της Μουτρωμένης και τη μελαγχολία της μποτιτσελικής αναδυομένης Αφροδίτης. Το είδαν να κυκλοφορεί ξυπόλητο στους δρόμους της πόλης φορώντας ένα κοντό φλοράλ φόρεμα που έφτανε ψηλά πάνω από τα γόνατα και αγκάλιαζε με τα πολύχρωμα λουλούδια του το ανοιχτό μπούστο και το σμιλεμένο κορμί –  ένα κορμί χυτό, αρμονικό και κρουστό, ξεχειλισμένο από πληθωρική θηλυκότητα, σφιχτό σαν ώριμος προκαλοκαιρινός καρπός και φανταχτερό σαν εαρινό πανηγύρι. Δύο νεαροί (από τους πολλούς που χάζεψαν με την ομορφιά της) είπαν να την ακολουθήσουν, μήπως κάπως, κάπου καταφέρουν να της μιλήσουν ή και απλώς παρασυρμένοι από το θαυμασμό. Ανέβαιναν λοιπόν πέντε μέτρα ξοπίσω της την Πανεπιστημίου, έστριψαν και αυτοί δεξιά στη γωνία της Μεγάλης Βρετανίας προς την Καραγεώργη Σερβίας, μα το κορίτσι είχε, ως δια μαγείας, εξαφανιστεί.
Ναι, ήταν η Άνοιξη. Οι μωβ τζακαράντες άνθισαν για τα καλά. Έδιναν το χρώμα τους στους δρόμους και τα πεζοδρόμια που γέμιζαν με τα πλεονάζοντα στελέχη της πληθωρικής ξεχειλίζουσας φυλλωσιάς τους, σχημάτιζαν πυκνές μενεξεδιές αψίδες που έστεφαν θριαμβευτικά το δρόμο του Ζαππείου και την οδό Ρηγίλλης και έκαναν τους περιπατητές να αισθάνονται πως βαδίζουν δοξασμένοι κάτω από έναν μωβ αψιδωτό ουρανό. Από ψηλά πάλι, όπως φαινόταν από το Λυκαβηττό, πυκνές μαβιές νησίδες έβαφαν σαν πινελιές τους μεγάλους δρόμους και τον αρχαιολογικό χώρο του ναού του Ολυμπίου Διός σαν μωβ πινελιές σε ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Ναι, ήταν η Άνοιξη. Οι μυρωδιές του Εθνικού Κήπου δραπέτευαν από τα κάγκελα και έσμιγαν με τις πικάντικες ερεθιστικές οσμές από τις κατσαρόλες, όπως εκείνης που ήταν εγγονή  Σμυρνιάς που τσιγάριζε το κρεμμύδι όπως ακριβώς η γιαγιά της. Το μείγμα αυτό μετά ελάφραινε, ανέβαινε στα ψηλά δέντρα, περιπτύσσονταν, ανακατεύονταν με τις μυρωδιές των γιασεμιών και των βασιλικών και μόλις έπεφτε το φως με τις άλλες, του νυχτολούλουδου, ενώνονταν και γίνονταν ένα με τις ευωδιές από τα τριαντάφυλλα των λιγοστών παρτεριών και από τα θυμάρια των αθηναϊκών λόφων και σκορπούσαν τη μέθη τους σε ανθρώπους, κτήρια και πεζοδρόμια, επιδρώντας σαν αλκοόλ στα  - ασυνήθιστα σε τέτοια μέθεξη και οσμικό ξεσηκωμό -ρινικά συστήματα των περαστικών[1].
Ναι, ήταν η Άνοιξη. Οι κότσιφες βρήκαν τη χαμένη λαλιά τους και με τη δυνατή φωνή τους ξεκίνησαν το πολυφωνικό μελωδικό τραγούδι τους αλλάζοντας διαρκώς κλίμακες και ηχοχρώματα όπως άλλαζαν και κλαδί αναπηδώντας όλο χαρά και ενέργεια εκπέμποντας το ερωτικό τους κάλεσμα. Τα κάθε είδους πουλιά του Εθνικού Κήπου βάλθηκαν να τιτιβίζουν και να μελωδούν όλα μαζί σε ένα μουσικό παραλήρημα που δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα σχεδόν εξωτική που, σαν να μην έφτανε αυτό, διαδιδόταν στις γειτονιές και ξεσήκωνε και όλα τα υπόλοιπα πτηνά της πόλης που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους σε καλαισθησία και διεγερτική διάθεση που με τη σειρά της μεταδιδόταν και στους ανθρώπους.

Ναι, ήταν η Άνοιξη. Τη μέρα που διαδέχτηκε τη νύχτα της τελευταίας βροχής (τι νύχτα ήταν εκείνη! μετά τις τελευταίες ψιχάλες ο ουρανός καθάρισε, φώτισε, πήρε ένα βαθυκύανο χρώμα διαυγές και κρυστάλλινο, στολίστηκε με σκόρπια κατακόκκινα σύννεφα και φαινόταν σαν πραγματικός θόλος γεμάτος χιλιάδες αστερισμούς που φώτιζαν με το λευκό, το υπόλευκο, το κίτρινο, το κόκκινο, το πράσινο χρώμα τους σαν εκατομμύρια μικροί φάροι με χιλιάδες κοσμικές ριπές ανά δευτερόλεπτο), τη μέρα λοιπόν εκείνη έκανε την εμφάνισή του ένα δροσερό, ευεργετικό, διεγερτικό και ευωδιαστό αεράκι από τη μεριά της Πάρνηθας. Μπλέχτηκε με τα φύλλα των ελάτων στα μεγάλα της υψόμετρα και δροσίστηκε, ανακατεύτηκε με τη χλόη και την πυκνή βλάστηση των ρυακιών της και κρυστάλλωσε, τυλίχτηκε με τα παιχνιδιάρικα χνώτα των ελαφιών και αποκαθάρισε την ουσία του. Ήρθε και έκανε τα φύλλα των πλατανιών στην πλατεία Κλαυθμώνος, στη Μουρούζη και όπου αλλού υπήρχαν να πάλλονται, να δημιουργούν θρόισμα και ιριδισμούς με το κροτάλισμα των φύλλων τους, σαν κι εκείνα τα ορεσίβια πλατάνια που χορεύουν μόνιμα από το αέρινο ρεύμα που δημιουργούν τα ορμητικά παγωμένα νερά των ορεινών πηγών.

Μαζί του, έφερε και μια διαύγεια μοναδική. Θαρρείς και κάποιος τοποθέτησε ένα φίλτρο στην ατμόσφαιρα και αυτή καθάρισε τόσο πολύ που μπορούσε κανείς να δει πεντακάθαρα όχι φυσικά μόνο τα μακρινά κτήρια της πόλης, αλλά και τα γύρω βουνά που πλαισίωναν το λεκανοπέδιο και φαίνονταν σαν να βρίσκονται ο Υμηττός λίγα βήματα από το Σύνταγμα, η Πάρνηθα λίγα μέτρα από την Ομόνοια, ενώ το Αιγάλεω είχε σχεδόν ακουμπήσει το λόφο του Φιλοπάππου. Ακόμη περισσότερο, από πιο ψηλά ήταν τέτοια η ορατότητα που η Αίγινα με τις κορφές της ακουμπούσε στις ακτές της Αττικής αφού ο Σαρωνικός είχε γίνει ένα βραχύσωμο ποταμάκι και τα σπίτια της διαγράφονταν ολοκάθαρα, τόσο που ξεχώριζαν ακόμη και τα χρώματά τους. (Αόρατος από τους πολλούς ο Περικλής, εμφανίστηκε τη μέρα εκείνη καθισμένος ανάμεσα στους κίονες της νότιας πλευράς του Παρθενώνα και αναλογιζόταν ανάμεσα σε πολλά πόσο δίκιο είχε όταν την αποκαλούσε την Αίγινα τσίμπλα στο μάτι του Πειραιά).  Από δε το Λυκαβηττό, την Ακρόπολη και τα Τουρκοβούνια φαίνονταν πλέον όχι φυσικά μόνο  οι συνήθεις κορυφές της Αργολίδας και της Κορινθίας (για τα Γεράνεια στα δυτικά δεν υπήρχε θέμα, φαινόντουσαν τόσο κοντά σαν να είναι η κορυφή του Αιγάλεω), μα αναδεικνύονταν γαλαζόγκριζες, μέσα στο βαθύ ουράνιο μπλε εστεμμένες με ένα ασημόχρυσο τόξο άγνωστες οροσειρές από τα βάθη της Πελοποννήσου που ποτέ δεν είχαν ξαναφανεί ούτε και την πιο διαυγή ημέρα, ούτε από το πιο ψηλό σημείο της Αθήνας.

Μαζί του, έτσι δροσερό, καθαρό και καθαρτήριο, ερεθιστικό και εξαγνιστικό, το αεράκι  έφερε και μια ατμόσφαιρα ευφορίας που άρχισε από το πρωί εκείνο να κυριαρχεί στην πόλη.
Έβλεπες παντού χαρούμενα πρόσωπα επηρεασμένα από τη μέθη του καιρού να κυκλοφορούν ανέμελα στους δρόμους και τις μεγάλες λεωφόρους, πιστεύοντας πως μπορούσαν με τον καιρό αυτό να κατανικήσουν όλα τα προβλήματά τους. Ήταν παντού ένα πανηγύρι, ένα παραλήρημα. Ένα μικρό αστικό διονυσιακό όργιο κατακτούσε κάθε γωνιά της πόλης στα παγκάκια, στις πλατείες, στην Ερμού, σε κάθε στενό, σε κάθε διαμέρισμα. Η ευφορία πλημμύριζε την Πατησίων και η εκστατική διέγερση καταλάμβανε τη Βασιλίσσης Σοφίας. Η Πλατεία Συντάγματος ήταν συνεπαρμένη από τη μεγάλη γιορτή και η Αλεξάνδρας ήταν ποτάμι που μετέφερε ταξιδιώτες από τα δυτικά στα ανατολικά μόνο και μόνο για να πάρουν μέρος σε μια πανηγυρική εκδήλωση.

Και αφού η νύχτα κατέλαβε το στερέωμα και πέρασαν μερικές ώρες, εκεί λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μια αέρινη μορφή εμφανίστηκε να κολυμπά στο βαθυκύανο ουρανό. Ήταν ο Ύπνος με τα ανακατεμένα μαλλιά του. Πέταξε κάνοντας κύκλους πάνω από την πόλη και άρχισε να την πασπαλίζει από ψηλά σαν γεωργός που σπέρνει με τη χούφτα το χωράφι του με ένα είδος αστραφτερής σκόνης, κάτι μεταξύ χρυσόσκονης και ασημόσκονης που οι κόκκοι της ανακατεύονταν προς στιγμή και γίνονταν ένα με τα αστέρια, σαν να εμφανίστηκε ένας νέος πυκνός και απαστράπτων γαλαξίας στο νυχτερινό ουρανό.

Βέβαια επρόκειτο για «γαλαξία» βραχύβιο, θνησιγενή: Αυτή η σκόνη σηκωνόταν λίγο προς τα πάνω  - έτσι ελαφριά καθώς ήταν - και μετά άρχισε να κατεβαίνει, να απλώνεται, να σκορπίζεται, να επικάθεται σε κάθε κτήριο και να μπαίνει σε κάθε σπίτι της Αθήνας. Με το που ακουμπούσαν τα λαμπυρίζοντα μόριά της τις στέγες, ως διά μαγείας εξαφανίζονταν και εκεί άρχιζε η επίδρασή τους: δεν υπήρχε Αθηναίος που να κοιμάται και να μην καταλήφθηκε από υπέροχα όνειρα, μαγικά και μεθυστικά, δυνατά σαν αληθινά (πολλοί αρνήθηκαν ξυπνώντας να δεχθούν πως δεν ήταν κάτι που βίωσαν - εδώ που τα λέμε μπορεί και να είχαν δίκιο αφού ποιος μπορεί να αποδείξει πως υπάρχει η μία πραγματικότητα και δεν υπάρχει η άλλη, του ονείρου;), όνειρα από εκείνα που βλέπει κανείς και ξυπνά εκστασιασμένος. Άλλοι είδαν πως πραγματοποιούνταν τα μύχια απωθημένα τους.  Άλλοι ξαναέζησαν στιγμές που ήταν καταδικασμένες από το Δικαστήριο του Χρόνου να μην ξαναϋπάρξουν ποτέ. Άλλοι έζησαν καταστάσεις που ούτε η φροϋδική κρύπτη θα μπορούσε να φιλοξενήσει και που ντρέπονταν ακόμη και να ανασκαλίσουν (πόσω μάλλον να ομολογήσουν και να εξομολογηθούν, ούτε λόγος…).Άλλοι ξύπνησαν σαν μεθυσμένοι παραμιλώντας από την έκσταση, παραληρώντας από τον πυρετό της ονείρωξης, συνεπαρμένοι από τους ίμερους του πόθου, συντετριμμένοι από τις βολές των αισθημάτων,  χωρίς να μπορούν να θυμηθούν ακριβώς τι τους συνέβη.

Την ονειρώδη νύχτα εκείνη επίσης, έρωτες γεννήθηκαν και άλλοι ξαναγεννήθηκαν. Οι νέοι, ορμητικοί,  παρέσυραν στην ανάτασή τους, στη σφοδρή βίωσή τους, στην ανίκητη επιρροή τους. Οι παλιοί, ασυγκράτητοι, εκτόξευσαν στην άχρονη διάστασή τους, στη χειμαρρώδη αναβίωσή τους, στην ηφαιστειώδη καυστική ροή τους.
Το πρωί, τα βλέφαρα του ξυπνημού ταλαντώθηκαν διστακτικά και άνοιξαν γλυκά, με νευρώδη αυτοματισμό, χωρίς τον καταναγκασμό του καθημερινού βάρους που τα κάνει να μοιάζουν με σκουριασμένες άγκυρες που σηκώνονται αργά, με βία από τους βυθούς για να περάσουν από την ακινησία στην κίνηση τα τρικλίζοντα πλοία. Άλλοι ξύπνησαν σαν μεθυσμένοι παραμιλώντας από την έκσταση. Άλλοι πάλι ξύπνησαν συνεπαρμένοι χωρίς να θυμούνται ακριβώς τι είδαν. Και άλλοι σηκώθηκαν προσπαθώντας στον πρώτο βηματισμό να συνέλθουν και να βρουν μιαν ισορροπία μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Το είχαν ζήσει;

Και τα αποτελέσματα δεν σταμάτησαν εκεί. Είχαν και άλλες συνέπειες. Ο Κ., για παράδειγμα, σηκώθηκε από το κρεβάτι αποφεύγοντας επιμελώς να κοιτάξει τη γυναίκα του. Ο Θ. αναζήτησε στο δρόμο την υλική υπόσταση αυτού που είχε βιώσει ψάχνοντας με αδημονία και ταχυπαλμία ανάμεσα στα λάγνα γυναικεία σώματα και τα αινιγματικά γυναικεία βλέμματα. Η Γ. πάλι, ξύπνησε και ετοιμάστηκε για το γραφείο της φορώντας μια στενή φούστα, ασυζητητί πιο κοντή από ό, τι συνήθως, που είχε τη φυσική τάση να τραβιέται προς τα πάνω σε κάθε της κίνηση. Η Κ. σκέπασε τις δαντελένιες της κάλτσες που δεν συνήθιζε να φορά το πρωί στη δουλειά κάτω από ένα αέρινο μίντι φόρεμα. Και να μην πούμε για τη Φ., που έκανε τους συναδέλφους να κοκκινίζουν και τις συναδέλφους να ψιθυρίζουν αεροπατώντας στις ψηλές pip toe γόβες της  με την αέρινη πλισέ φούστα της που υποχρέωνε το βλέμμα ακόμη και των πιο συγκρατημένων να σταθεί αθέλητα πάνω της, στα όρια του καθωσπρεπισμού και της ορθότητας.

Η ουσία είναι ότι αυτό το ονειρικό κύμα, αυτή η συλλογική υπνική μέθη και ο ηφαιστειώδης εκχυλίζων ερωτισμός ήρθαν σαν αποτέλεσμα της σποράς του Ύπνου και σαν συνέχεια των ημερών.
 Των δύο τελευταίων εκείνων ημερών που η επιδραστική ισχύς των φαινομένων είχε κάνει το κλίμα ομαδικής θετικής παράκρουσης και πίστης σε κάτι απροσδιόριστα έξοχο που πλησίαζε, να θεριέψει.

Τέτοιο ήταν το κλίμα, γεμάτο αισιοδοξία, κινητοποίηση, έμπνευση, έγερση, ψυχική ευδαιμονία. Οι κάτοικοι ξεχνούσαν το Χειμώνα, καλωσόριζαν την Άνοιξη και πρόσμεναν το καλοκαίρι, σίγουροι για τη νομοτέλεια των εποχών, ανυποψίαστοι για τα σημεία των καιρών  και ανυπόμονοι για την επερχόμενη νομιζόμενη λύτρωση του θέρους.

Έτσι διάβαζαν τα σημάδια. Είχαν δει όμως όλα τα σημάδια;
(Τις περισσότερες φορές οι γνώσεις μας περιορίζονται στις πληροφορίες μας και σε ό, τι μας παρέχουν οι αισθήσεις μας. Έτσι, δεσμευόμαστε από το μοιραία πεπερασμένο των πληροφοριών και γνωρίζουμε μόνο ένα μέρος των όσων συμβαίνουν. Ακόμη χειρότερα, ακόμη και αυτά που μας παρέχουν οι αισθητήρες μας δεν μπορούμε  να τα αξιολογήσουμε επαρκώς καθώς δεν διαθέτουμε τον κατάλληλο μηχανισμό αποκωδικοποίησης και ανάγνωσης των δεδομένων. Αρκούμαστε λοιπόν στη στάθμιση όσων γνωρίζουμε και όσων μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτό ήταν και το θέμα της έντονης συζήτησης σε έναν αύλειο υπόγειο χώρο κάτω από την πόλη, μεταξύ του Πλάτωνα και των καλεσμένων του: Τι είχαν και τι θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει οι Αθηναίοι. Είχαν έρθει ο Λοκ, ο Ντεκάρτ, ο Μπέρκλει συνοδευόμενος από τον Ύλα και το Φιλόνου, αλλά και ο Ταλίμπ, που συζητούσαν έντονα με τον οικοδεσπότη καθισμένοι σε μεταλλικές καρέκλες κήπου γύρω από ένα τραπεζάκι, με έναν μαύρο κύκνο να περιφέρεται κοντά τους).

Η αλήθεια είναι πως μεθυσμένοι όλοι από την ταχύτητα και τη γλυκιά ένταση της Άνοιξης, δεν πρόσεξαν κατ’ αρχάς πως όλα ετούτα έγιναν στ’ αλήθεια πολύ γρήγορα και κάπως παράξενα. Ο Χειμώνας δεν έσβησε σταδιακά, μα εξαφανίστηκε άτακτα, βιαστικά και απότομα, σαν να τον έκοψε στα δυο κάποιο κοσμικό μαχαίρι. Η καλοκαιρία εμφανίστηκε εκτός εποχής, χωρίς να έχει κανένα εμφανή λόγο. Οι Αλκυονίδες είχαν φύγει και δεν θα ξαναγύριζαν.

Οι τζακαράντες, επίσης, δεν άνθισαν βαθμηδόν, παρά μόνο μέσα σε μια νύχτα. Και μαζί τους, ανθοβόλησαν κι άλλα δέντρα, με άλλα χρώματα, που είναι πολύ αμφίβολο αν είχαν ποτέ υπάρξει στην πόλη. Η Φιλολάου στέφτηκε ροζ μέσα σε μια νύχτα και η Μιχαήλ Βόδα πλημμύρισε με κίτρινα άνθη μέσα σε λίγες ώρες. Το θέμα βέβαια είναι ότι ακόμη και στις πλέον ανθοφόρες και περίλαμπρες ημέρες ποτέ η Φιλολάου δεν ήταν ροζ, ούτε η Μιχαήλ Βόδα κίτρινη…

Και φυσικά δεν ήταν λογικό να ξυπνήσουν εκείνο το πρωινό  όλοι σε τέτοια ευφορία. Ούτε τα έντονα αρώματα δικαιολογούνταν πια τόσο πολύ στους ασφάλτινους δρόμους, σαν να τα σκόρπιζε ένας αόρατος ανεμιστήρας ευωδιάς. Το σπουδαιότερο και απολύτως ανεξήγητο όμως είναι ότι κάποια βουνά που εμφανίστηκαν  λόγω της πρωτοφανώς διαυγούς ατμόσφαιρας στο Σαρωνικό δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ ξανά και – το κυριότερο – δεν μπορούσαν να ταυτοποιηθούν στο χάρτη. Αυτό βέβαια οι αγεωγράφητοι δεν μπορούσαν να το αντιληφθούν. Κάποιοι παλιοί ήξεραν μια ιστορία για ένα τέτοιο νησί που εμφανίστηκε στον ορίζοντα ενός παραλιακού χωριού μακριά, πολύ μακριά, χωρίς να υπάρχει και αυτό στο χάρτη. Και εκεί που τις πρώτες μέρες αχνοφαινόταν, ύστερα άρχισε να πλησιάζει μέχρι που έφτασε και κατατρόπωσε και καταπλάκωσε το δύστυχο χωριό. Μα κανείς δεν θυμήθηκε αυτήν την ιστορία μέσα στη γενική ευφορία.

Όλα αυτά, καθώς και άλλα πολλά ανάλογα και παρόμοια που συνέβαιναν δεν έμειναν απαρατήρητα από δύο διάσημους κατοίκους της Αθήνας: τις δύο Καρυάτιδες  που έστεκαν στο σπίτι της οδού Αγίων Ασωμάτων.

Έστεκαν εκεί κάμποσες δεκαετίες σαν σύμβολο της πόλης, σαν θρύλος του άστεως, σαν εναπομείναν γνήσιο παρθενικό κύτταρο που περιβάλλεται από έναν ξεσκισμένο και κουρελιασμένο, γεμάτο ανάρμοστες επεκτάσεις ιστό. Έτσι στέκονταν και οι αδερφές τους στο άλλο σπίτι της οδού Πινδάρου, και εκείνες της οδού Μαυρομιχάλη. Μα εκείνες του Θησείου, μαθές γιατί βρίσκονταν κοντινότερα, μαθές γιατί κάποιο οικογενειακό μυστικό συνέβαινε, μαθές γιατί αυτή ήταν τέλος πάντων η μοίρα, είχαν πάρει τη σκυτάλη από τις προγονικές μήτρες τους, τις Καρυάτιδες του Ερεχθείου. Από αυτές κράταγε η γενεαλογία τους και αυτή την εμβρυακή ιδέα σμιλέψανε τεχνίτες έτσι που γεννήθηκαν όλες αυτές οι δίδυμες κόρες.  Και τη σκυτάλη αυτή την κρατούσαν καλά κρυμμένη  και φυλαγμένη στα σταυρωμένα χέρια τους για να μην μπορεί μήτε να την δει μήτε να την αποσπάσει κανείς, ούτε να διαβάσει τα μυστικά που κρατούσε γραμμένα στην επιφάνειά της σαν όνομα σε αρχαίο όστρακο, σαν επιγραφή σε ερυθρόμορφο αγγείο. Ίσως μάλιστα το μυστικό αυτό να τους προκαλεί θλίψη, περίσκεψη, και γι’ αυτό να στέκονται με τα χέρια σταυρωμένα, χωρίς όμως να έχουν χάσει τίποτα από την αρχέγονη κλασική ομορφιά της γονιδιακής τους προέλευσης.

Φωτογραφημένες από τον Μπρεσόν, ζωγραφισμένες από τον Τσαρούχη, τις ημέρες τρέφονταν από το αττικό ξάστερο φως και τις νύχτες μεθούσαν με το  βαθυ κίτρινο αντιφέγγισμα της λάμπας του δρόμου[2].

Οι δύο Καρυάτιδες είχαν προλάβει την Αθήνα μικρό κορίτσι, να στολίζεται και να αναπτύσσεται. Την πρόφτασαν να μεγαλώνει φορώντας σαν πέπλο το κλασικό πνεύμα στα μαλλιά της. (Το πνεύμα αυτό λένε πως ήρθε αρχικά απ’ έξω σαν αντίδωρο, μα μετά συνάντησε τα αρχαία μνημεία, αναβαπτίστηκε και αναβλύζοντας από τις αρχαίες πέτρες ξεχύθηκε και αγκάλιασε τις γειτονιές αφήνοντας υπέροχα νεοκλασικά και εκλεκτικιστικά σπίτια και κάθε είδους κτήρια. Να υποδέχεται τους ξεριζωμένους της προσφυγιάς και να σηκώνεται ψηλότερα). Να γεμίζει με κοσμήματα, γλυπτική, αργότερα αρχιτεκτονήματα του Μοντερνισμού, όλα έργα τέχνης με ατόφια καλλιέργεια, μέχρι που ξέσπασε ο πόλεμος. Να θρηνεί στην Κατοχή, να δακρύζει με όσα ακολούθησαν. Και μετά…

Μετά τραντάζονταν κι αυτές με τον καταστροφικό ήχο της μανιασμένης μπουλντόζας και το ανελέητο βύθισμα του κομπρεσέρ στα σωθικά της Αθήνας, με τον διαρκή τρόμο να τις ξεσκίσουν κι αυτές ανά πάσα στιγμή τα θηριώδη, λυσσασμένα αγρίμια της ανοικοδόμησης, ή να τις σκυλέψουν κι αυτές όπως τόσα και τόσα σιωπηλά αγάλματα δολοφονημένων νεοκλασικών που φορτώθηκαν σε ένα βρώμικο φορτηγό πριν την κατεδάφιση και οδηγήθηκαν σε χυδαίες μάντρες - πωλητήρια οικοδομικών υλικών με μια ελεεινή ταμπέλα: «Πωλούνται υλικά κατεδάφισης». Ανακατεύονταν με το ξέρασμα της μπετονιέρας και ζαλίζονταν με τα άμορφα τέρατα που γεννιόνταν σε κάθε πλευρά της πόλης. Άκουγαν το βουβό, οδυνηρό κλάμα των σπιτιών που δολοφονούνταν και κατέρρεαν, σκορπίζοντας απεγνωσμένα τη σκόνη τους σαν ύστατη κραυγή απελπισίας και έκκληση βοήθειας προς την Ιστορία και τους Θεούς της πόλης. Μα η Ιστορία κεντούσε σιωπηλά το υφαντό της καθισμένη παράμερα, χωρίς να μιλά, χωρίς να κοιτά. Και οι Θεοί είχαν  μετακομίσει στα έγκατα, παρέα με τους Ποταμούς και τους Μύθους. Ακόμη και η Αθηνά με τον Ποσειδώνα συμφιλιώθηκαν και αποσύρθηκαν στα υπόγεια, τρυπώνοντας μέσα από το σχίσμα στο βράχο της Ακρόπολης που είχε ανοίξει η Αθηνά όταν οι δυο τους είχαν μονομαχήσει για την Αθήνα. Μόνο που τότε ανάβλυζε νερό, μα πλέον είχε στερέψει.

Και έστεκαν εκεί, έχοντας για παρηγοριά ό, τι απέμεινε να γλυτώσει, τον ιερό βράχο και τις μνήμες. Όμως δεν έστεκαν έτσι απλά και αμέτοχα. Έβλεπαν και άκουγαν τα πάντα. Παρατηρούσαν. Οσμίζονταν. Γεύονταν. Αισθάνονταν. Διαισθάνονταν. Αφουγκράζονταν. Ψυχανεμίζονταν. Γνώριζαν.

Και έτσι είδαν όλα αυτά τα παράξενα που έφερε μαζί του το πανέμορφο κορίτσι, όπως και το απορημένο βλέμμα των νεαρών που προσπάθησαν μάταια να το ακολουθήσουν. Και κατάλαβαν. Το απόγευμα εκείνο, που ο μαΐστρος τόσο θερμός όσο και δροσερός χάιδευε καθησυχαστικά τα πνεύματα και πονηρά τα σώματα. Που η επήρεια των ονείρων δεν είχε ακόμη περάσει και οι περισσότεροι ήταν ακόμη ένοχα αφηρημένοι. Που κυριαρχούσε παντού το παραλήρημα της έκστασης. Που η διαυγής ημέρα εξελισσόταν σε τηλαυγή νύχτα. Το απόγευμα εκείνο, ο ήλιος βυθιζόταν αργά στη δεξαμενή της δύσης κατεβαίνοντας νωχελικά μα αποφασιστικά τα σκαλιά του στερεώματος. Και σε κάθε δρασκελιά γινόταν όλο και μεγαλύτερος, όλο και πιο κόκκινος. Σαν αποτέλεσμα, όταν πια έφτασε στο κατώφλι του ορίζοντα και στην αρχή της χάσης του είχε γίνει ασύμμετρος, υπερμεγέθης και βαθυκόκκινος, τόσο πολύ που εξέπεμπε και ακτινοβολούσε το πορφυρό χρώμα του σε ολόκληρη την ουράνια σφαίρα. Και, αυτή, με τη σειρά της, ενεργοποίησε τα ηλεκτρόνιά της που περιστρέφονταν γύρω από τους πυρήνες του αόρατου μα προσλαμβανόμενου στο μάτι διαγράμματός της και τους έδωσε μιαν υπόσταση χρωματική: Άρχισαν να απορροφούν, να εισδέχονται και να φεγγοβολούν το κατακόκκινο χρώμα τους και να πάλλονται εκπέμποντας στις ερυθρές συχνότητες, έτσι που ολόκληρος ο άνεφος ουρανός έγινε από την Ανατολή στη Δύση και από το Νότο στο Βορά ομοιόμορφα κόκκινος, έντονα κόκκινος, άυλα και υλικά κόκκινος, στο χρώμα του ροδιού. Αντιφέγγιζε έτσι και στη γήινη ύλη, το αιμάτινο χρώμα κυλούσε σταγόνα σταγόνα, πότιζε το έδαφος και διαχεόταν στα δέντρα, τα κτήρια, τη θάλασσα. Έκανε τα τζάμια να αντικατοπτρίζουν σαν κόκκινοι καθρέφτες και να επιστρέφουν τις φωτεινές ακτίνες σαν ερυθροί εκτυφλωτικοί φάροι. 
Οι δύο Καρυάτιδες της οδού Αγίου Ασωμάτων, όπως και οι αδερφές τους στην οδό Μαυρομιχάλη, όπως και οι άλλες αδερφές τους, στην οδό Πινδάρου, αντιφέγγιζαν κι αυτές τη χρωματική υπερχείλιση και ενδύθηκαν ολόκληρες το βαθύ ρόδινο χρώμα, που βάθαινε τα προσωπογραφικά τους χαρακτηριστικά. Την ίδια στιγμή, στην πολυκατοικία που βρίσκεται στη διασταύρωση της οδού Κουμπάρη με τη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας συνέβη κάτι παράξενο. Είναι αλήθεια βέβαια ότι υπήρχε ένας παράξενος μύθος: Ότι, λέει, όταν οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν στο μαρμάρινο φουρούσι που στόλιζε την παραστάδα της εισόδου υπό μία συγκεκριμένη γωνία καθορισμένη απολύτως ακριβώς, στον τοίχο του κτηρίου η σκιά σχημάτιζε μια Καρυάτιδα. Και με το που γινόταν αναγνωρίσιμη και ολοκληρωνόταν ο προορισμένος να βαστήξει μερικά δευτερόλεπτα θηλυκός σχηματισμός, η παράξενη μορφή σωματοποιούνταν. Έπαιρνε υλική υπόσταση και από σκιά γινόταν σάρκα, ύλη. Και πριν προλάβει να εξαφανιστεί καθώς ο ήλιος έγερνε και μάζευε τις ακτίνες του που άλλαζαν γωνία πρόσκρουσης στο μάρμαρο, έκανε, σαν κορίτσι πια, μια δρασκελιά, νικούσε τις δυο διαστάσεις και απελευθερωνόταν, αφήνοντας πίσω τη σκιώδη μήτρα της, για να αναζητήσει τις αδερφές της. Μα αυτό, λένε, ζήτημα ήταν αν συνέβαινε περίπου μια φορά στα χίλια χρόνια. Και συνέβη εκείνο το κόκκινο απόγευμα.
****
Δεν χρειαζόταν να συμβεί τίποτα άλλο: ήταν πια φανερό. Τόσο πολύ, που οι δύο αδερφές της Αγίων Ασωμάτων  έσπασαν τη βαθιά σιωπή τους για να απευθυνθούν η μία στην άλλη.
-          Βλέπεις;
-          Βλέπω.
-          Λοιπόν; Δεν θα μιλήσουμε;
-          Είναι μεθυσμένοι. Μπορούν να μας πιστέψουν; Δεν θα γίνουμε Λαοκόων.
-          ‘Εχεις δίκιο, δεν θα γίνουμε Λαοκόων. Ας περιμένουμε.

****
Το επόμενο πρωί που βρήκε τους κατοίκους της πόλης να γλυκοξυπνούν εκστασιασμένοι υπό την επήρεια των ονείρων, βρήκε τους κατοίκους της κάτω πόλης να ξεκινούν μία ακόμη διαφαινόμενη ήρεμη και γαλήνια ημέρα.
Τι ήταν η κάτω πόλη;

Η κάτω πόλη βρισκόταν ακριβώς κάτω από την έκταση της παλιάς Αττικής. Ήταν ένα τεράστιο σπήλαιο όπου φυσικά το έδαφος δεν ήταν βραχώδες, όπως συμβαίνει στα περισσότερα σπήλαια αλλά κανονικό, όπως ακριβώς το έδαφος της επάνω πόλης – αυτό που βλέπουμε σε γκραβούρες του 18ου και του 19ου αιώνα, άντε και των αρχών του 20ού, πάντως πριν εποικιστεί από τους κατοίκους της: Υπήρχε δηλαδή χώμα, πέτρες, λόφοι που εναλλάσσονταν με πεδινές επιφάνειες, βλάστηση κανονική – πότε άτονη, πότε οργιώδης ανάλογα με το σημείο – και, το κυριότερό, το σπήλαιο ήταν ιδιαίτερα ψηλοτάβανο.

Παραδόξως επίσης και αντίθετα από ό, τι θα περίμενε κανείς, ήταν ολόφωτο σαν μην ήταν χθόνιο μα σαν να πρόκειται για την ίδια τη γήινη επιφάνεια. Αυτό συνέβαινε γιατί οι οπές από τα αρχαία φρέατα και οι κάθε είδους σχισμές της επιφάνειας της πάνω πόλης κατέληγαν στην οροφή του σπηλαίου. Το φως έφτανε ως εκεί, έπειτα οι ακτίνες του διείσδυαν στο χώρο, προσέκρουαν στα νερά των ποταμών που κυλούσαν στην επιφάνειά του και εξακοντίζονταν πολλαπλασιασμένες σε κάθε κατεύθυνση. Επίσης, πολλά παλιά πηγάδια που είχαν το στόμιό τους στην επάνω πόλη και η απόληξή τους έφτανε στην οροφή του σπηλαίου είχαν ακόμη νερό που το συγκρατούσαν στον πάτο τους διάφανες πέτρες για να μην χυθεί στο σπήλαιο. Το νερό μεγέθυνε την ηλιακή ακτινοβολία και λειτουργούσε σαν φωτιστικό σώμα, προσθέτοντας κι άλλες εστίες φωτεινότητας. Έτσι ο φωτισμός μέσω της ιδιόρρυθμης και γενναιόδωρης αυτής διάχυσης του φωτός ήταν ενιαίος, πολυεστιακός, ομοιόμορφος, διαυγής,  χωρίς να προέρχεται από μία μόνο πηγή και με τον τρόπο αυτόν τύλιγε τα πάντα δημιουργώντας μια παράξενη, ανεπαίσθητη σκίαση που περιέβαλλε κυκλικά, από κάθε κατεύθυνση τα αντικείμενα. Ακόμη και τις νύχτες το φως της σελήνης έφτανε ως εκεί με τον ίδιο τρόπο και έτσι στο σπήλαιο δεν διέφερε από ένα υπόγειο, νυχτερινό, ουράνιο ημισφαίριο αφού ντυνόταν με ένα ασημένιο αντιφέγγισμα που γλύκαινε κάθε αντικείμενο που υπήρχε εκεί ενώ τα ποτάμια έφεγγαν και ακτινοβολούσαν σαν ασημιές λωρίδες, όπως η διαδρομή του φεγγαριού στο πελαγίσιο άνοιγμα. 

Μέσα στο τεράστιο αυτό ξέφωτο λοιπόν εκτεινόταν μια άλλη πόλη, ένα άλλο άστυ, και κυλούσε μια άλλη, παράλληλη μα κανονική ζωή.
Πρώτα από όλα κυλούσαν τα ποτάμια. Ο Κηφισός, ο Ιλισός, ο Ηριδανός, ο Ποδονίφτης και ο Κυκλοβόρος έρρεαν κανονικά στην πορεία τους σαν να μην τους εγκιβώτισαν ποτέ. Είχαν μάλιστα πλήρως ανεπτυγμένα όλα τα παρόχθια και υδάτινα οικοσυστήματα με ψηλές καλαμιές και άλλα υδρόβια φυτά ενώ μικροί καταρράκτες και γεφύρια διέκοπταν πού και πού το στροφικό τους κύλισμα.  Οι κρήνες επίσης λειτουργούσαν κανονικά, αναβλύζοντας γάργαρο και κρυστάλλινο το αττικό ύδωρ που κυλούσε κι αυτό καταλήγοντας στις ποτάμιες ροές.

Κυλούσε επίσης ο βίος πολλών Αθηναίων που είχαν από χρόνια εγκαταλείψει την επάνω πόλη. Ήταν εκεί μεταξύ άλλων ο Θησέας, ο Σόλωνας, ο Περικλής, ο Θεμιστοκλής, ο Αλκιβιάδης, ο Ευφρόνιος. Ήταν και ο Αδριανός, που γνώρισε την Αθήνα και την αγάπησε σφοδρά, τόσο που βρέθηκε τελικά να διαβιεί εκεί άγνωστο πώς, ήταν και ο Ηρώδης ο Αττικός. Ήταν και άλλοι πολλοί, όπως ο Μιχαήλ Χωνιάτης, η Αγία Φιλοθέη, ο Τσίλερ, ο Παπαδιαμάντης, ο Παρθένης, οι αρχιτέκτονες Νικολούδης και Νικολαΐδης, ο Γληνός, η Καραγιάννη, η Αποστόλου και η Κωνσταντοπούλου, ο Καραγάτσης, ο Τσαρούχης, η Βασιλειάδου, η Μελίνα, ο Βέγγος. Αυτοί και αρκετοί άλλοι απολάμβαναν την απόλυτη ηρεμία της (κάτω) πόλης  και είχαν αποκτήσει και συνήθειες που καμιά φορά δεν διέφεραν και πολύ από εκείνες που είχαν στην επάνω πόλη. 
Ο Παπαδιαμάντης ας πούμε, αγαπούσε να κάθεται στο υδραγωγείο που βρισκόταν κάτω ακριβώς από την πλατεία Δεξαμενής και να συζητά ώρες ατέλειωτες με τον Ξενόπουλο κάτω από τα πυκνά δέντρα, που ήταν ίδια με τα ψηλά δέντρα που υπήρχαν εκεί την εποχή εκείνη. Τη γενική αυτή γαλήνη διέκοπταν μόνο οι θόρυβοι από το θρόισμα των δέντρων (πράγματι, φυσούσε σχεδόν κανονικά αφού ο αέρας εισχωρούσε όπως το φως μέσα από αντίστοιχους διαύλους που καθώς πύκνωναν την ενέργειά του στις στενώσεις τους την απελευθέρωναν έπειτα με ορμή και έτσι ξεχυνόταν σχηματίζοντας μάλιστα συχνά πυκνά στροβιλισμούς και στροφορμές), το ποτάμιο φλοίσβημα των νερών που κυλούσαν αρμονικά, τα διάφορα πουλιά που είχαν κι αυτά διεισδύσει σε αυτό το ιδιότυπο οικοσύστημα, άντε και καμιά φορά το ύψωμα των τόνων όταν σε κάποια συζήτηση τύχαινε να υπάρχουν έντονες διαφωνίες που οι συνομιλητές δεν μπορούσαν να επιλύσουν με ηρεμία, όπως ας πούμε ο Πλάτων και η παρέα του εκείνη την ημέρα. Ακόμη βέβαια και όταν υπήρχαν τέτοιες διενέξεις, αυτές δεν επηρέαζαν σε τίποτα την απόλυτη αίσθηση της χθόνιας ολύμπιας ονειρικής ηρεμίας.

Τέτοια ακριβώς γαλήνια ηρεμία επικρατούσε και το πρωί εκείνο στην κάτω  πόλη. Το πρωινό ξύπνημα, γλυκό και ανάλαφρο, έντυνε τη δροσοσταλιά του με το απαλό κελάρυσμα των αθηναίων ποταμών. Τα πρωινά τιτιβίσματα, άντε και μερικά κοάσματα από ένα δυο βατράχια που είχαν ξενυχτήσει, συμπλήρωναν την ιδανική αρμονία που θα νόμιζε κανείς πως τίποτα δεν θα μπορούσε να διακόψει.

Μα η ησυχία αυτή διακόπηκε βίαια σαν σελίδα χαρτιού εξωσχολικού βιβλίου που σκίζεται από τον αυταρχικό δάσκαλο μπροστά στα έκπληκτα μάτια του μαθητή.
Εντελώς ξαφνικά, το κύμα ενός αρχικά υπόκωφου ήχου διέσχισε την κάτω πόλη και μέσα σε δευτερόλεπτα ο ήχος αυτός άρχισε να γιγαντώνεται. Ήταν ένας οξύς, άγρια επιθετικός μηχανικός ρόγχος, από αυτούς που ταράζουν και αποσβολώνουν, εισχωρούν στους βαθύτερους νευρώνες του νευρικού συστήματος και το απονεκρώνουν. Και γινόταν ολοένα δυνατότερος, σαν να προέρχεται από ολοένα και περισσότερες πηγές, σαν να προκαλείται από όλα τα ελικοφόρα αεροσκάφη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ταυτόχρονα που τροχοδρομούν με ταχύτητα και δίνουν τη μέγιστη ισχύ στους κινητήρες τους για να απογειωθούν.  Το έδαφος άρχισε να σείεται, να δονείται και να ταράζεται, όταν, στη μεγάλη χωμάτινη λεωφόρο, έκανε την εμφάνισή του ένα αναπάντεχο θέαμα: 

Μια ψηλή μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού με τον αναβάτη της, έναν νεαρό με μούσι και κοντά κομμένα μαλλιά, και από πίσω κι άλλη, κι άλλη, αναρίθμητες μαζί, να παρελαύνουν σαν σμήνη σε μια αγέλη που δεν είχε τελειωμό. Μια ανήκουστη παρέλαση από μοτοσυκλέτες κάθε είδους, κάθε κυβισμού, από αυτές που συναντάμε, αποφεύγουμε οδηγώντας, ακούμε περπατώντας και πεταγόμαστε ξυπνώντας κάθε μέρα στην Αθήνα, με τους αναβάτες τους: νεαροί με κράνη και χωρίς κράνη, άλλοι με τζόκεϋ, μεσήλικες, ηλικιωμένοι, μεταφορείς κάθε είδους, κουστουμαρισμένοι με γραβάτες και γυαλιά ηλίου, μηχανόβιοι με μαύρα τζάκετ, άλλοι με τσιγάρα στο στόμα, άλλοι με καφέδες στο ένα χέρι, άλλοι με σακούλες να κρέμονται από το τιμόνι, άλλοι με τσάντες στην πλάτη, δικάβαλα, τρικάβαλα, ακόμη και γερμανικές τρίκυκλες μοτοσυκλέτες της Βέρμαχτ με τον οδηγό στρατιώτη με κράνος και ειδικά αντιανεμικά γυαλιά και στο καλάθι τον επιβάτη αξιωματικό με το πηλίκιο που σκέπαζε τα μάτια. Και όλοι να μαρσάρουν με δύναμη εξεγείροντας τις πειραγμένες εξατμίσεις και να προκαλείται ένας, ενιαίος, δημιουργημένος από χιλιάδες φρικτούς θορύβους θόρυβος που ο καθένας από αυτούς μόνος του αρκούσε για να ταράξει τη γαλήνη του τόπου. 

Χιλιάδες φρικτοί θόρυβοι που ανακατεύονταν και ενώνονταν σε έναν που αναλυόταν σε χιλιάδες, αναδεύονταν, προσέκρουαν στα τοιχώματα και ξαναγύριζαν στην επιφάνεια, αντηχούσαν στα μήκη και τα πλάτη του σπηλαίου δημιουργώντας ένα εφιαλτικό πανδαιμόνιο.

Οι έκπληκτοι κάτοικοι πετάχτηκαν, όσοι άντεχαν στάθηκαν στις άκρες της λεωφόρου κλείνοντας τα αυτιά τους, άλλοι έπεσαν στη γη και σκεπάστηκαν με ό, τι έβρισκαν μπροστά τους για να προστατευθούν από το δαιμονικό θόρυβο. Μέσα στο χάος κάποιοι είδαν τον Θεμιστοκλή να τυλίγει το κεφάλι του με τα δυο χέρια του και να σκύβει κουλουριασμένος προσπαθώντας να γλυτώσει τον όλεθρο. Ο Παπαδιαμάντης τύλιξε το κεφάλι του με μια γαλλική εφημερίδα τεντώνοντας τους μυς του προσώπου του έτσι που φάνηκαν τα δόντια του και ο Μιχαήλ Μητσάκης με νευρικές κινήσεις προσπάθησε να κλείσει τα αυτιά του με δύο φύλλα του «Θορύβου» που είχε μπροστά του.

Όταν κάποτε, μετά από πολλή ώρα, τέλειωσε η διέλευση της μηχανοκίνητης λεγεώνας και η ακατάσχετη πομπή τράβηξε κατά το δρόμο του Σουνίου παίρνοντας μαζί και τον πανικό και σηκώνοντας ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης, οι κάτοικοι προσπαθούσαν να συνέλθουν παραμένοντας ωστόσο παγωμένοι, ακίνητοι, ανήμποροι να κινηθούν, να σκεφθούν, να αντιληφθούν. Λίγοι μόνο μπόρεσαν να σκεφτούν πως ο δρόμος που πήραν οδηγούσε μονοδρομικά ανεπιστρεπτί στο μεγάλο γκρεμό του Κάβο-Κολώνες.

Οι πιο πρωινοί ωστόσο κάτοικοι, που είχαν ξυπνήσει νωρίτερα, στάθηκαν μάρτυρες ενός άλλου παράξενου φαινομένου που μόλις είχαν αρχίσει να συζητούν πριν την εμφάνιση του μοτοκυκλικού ολέθρου. Σχεδόν αθόρυβα αυτή τη φορά, ανεπαίσθητα και διακριτικά  (γι’ αυτό και δεν το αντελήφθη κανείς παρά μόνο όσοι το είδαν) διέσχισε την άλλη κεντρική λεωφόρο μια επίσης τεράστια ακολουθία όχι από δίτροχα (άντε και τρίτροχα) μα από τετράποδα:  Χιλιάδες σκυλιά, θαρρείς όλα τα σκυλιά της επάνω πόλης, περπατώντας γρήγορα, σχεδόν τρέχοντας, διήλθαν τη μεγάλη οδό που οδηγούσε προς βόρεια και ανατολικά, προς τα όμορφα και ανέγγιχτα υπόγεια δάση της Πεντέλης και τα γόνιμα πεδινά των υπόγειων Μεσογείων. 
‘Ήταν όλα χαρούμενα στο ταχύ βάδισμά τους, αναπηδώντας και, θα έλεγε κανείς, χαμογελώντας. Κινούνταν σαν να υπάκουγαν σε κάποιο μυστηριώδες, ελκυστικό κάλεσμα που μόνο με τη δική τους ακοή ή τη δική τους αίσθηση μπορούσαν να συλλάβουν, αφήνοντας πίσω τους ό, τι είχε το καθένα στην πάνω πόλη: Άλλα τους κηδεμόνες τους, ανθρώπους κάθε ηλικίας, κάθε λογής, κάθε είδους: ηλικιωμένους που τα είχαν για μοναδική παρέα, παιδιά που μεγάλωναν μαζί και δεν μπορούσαν να διανοηθούν τη ζωή τους χωρίς αυτά, οικογένειες που φυσικά τα περιελάμβαναν στα μέλη τους, ανθρώπους τέλος πάντων που τα θεωρούσαν αχώριστους συντρόφους τους. Άλλα πάλι άφηναν απλώς το δρόμους που ζούσαν σχεδόν λαθροβιώντας, πεινώντας, διψώντας και θρηνώντας τις παρέες τους που συχνά έχαναν, σκυλάκια που σφάδαζαν αβοήθητα έχοντας καταναλώσει ανυποψίαστα το δηλητήριο που ύπουλα τα τάισε το ανθρώπινο είδος. Καθώς η πορεία τραβούσε με σβελτάδα για τον ονειρικό προορισμό της, όλο και κάποιο μέλος της γυρνούσε φευγαλέα το κεφαλάκι προς τα πίσω με κάποια θλίψη, μήπως αντικρύσει για έναν τελευταίο χαιρετισμό τον κηδεμόνα του.

****
Λίγο αφ’ ότου χάθηκε στον μακρινό ορίζοντα η μηχανοκίνητη πομπή, τις πρώτες πρωινές ώρες δηλαδή, μια κάποια ενόχληση έκανε την εμφάνισή της στους αλλοπαρμένους κατοίκους της επάνω Αθήνας που φυσικά δεν είχαν ιδέα για τα όσα διαδραματίζονταν στην κάτω πόλη. Αρχικά δεν ήταν ακριβώς ενόχληση, μα σαν η ευφορία που ένιωθαν όλοι να άρχιζε να μετριάζεται. Θα έλεγε κανείς πως όλη αυτή η σκόνη αντί να επικαθήσει στο έδαφος της κάτω πόλης, υπακούοντας σε κάποιον μυστικό φυγόκεντρο άνεμο αγνόησε το νόμο της βαρύτητας, διαπέρασε τους πόρους της γης και απελευθερώθηκε για να διασκορπιστεί μετά στην ατμόσφαιρα, να εισχωρήσει παντού, στους πνεύμονες, στον αέρα, στο τοπίο, στα αντικείμενα, στα κτήρια και να αμαυρώσει κάπως το γενικά πανηγυρικό κλίμα. Το γενικό πανηγυρικό κλίμα, που γενικά όλοι πίστευαν πως δεν μπορούσε να αλλάξει με τίποτα. 
Γενικά, ως κοινή και συλλογική διάθεση, μα και ατομικά. Ως άθροισμα προσωπικών και ως διαίρεση συνολικών ανατάσεων.

Έτσι, ενώ οι περισσότεροι είχαν ήδη ξυπνήσει, η παράξενη αυτή διάρρηξη της άμετρης ευφορίας άρχισε να γίνεται αντιληπτή μαζικά. Δεν ήταν όμως η σκόνη, μα η αίσθησή της. Η αίσθηση ότι κάτι άρχισε να παρεμβάλλεται ανάμεσα στο βλέμμα και τα πράγματα, ανάμεσα στην ιδέα και την ύλη, ανάμεσα στο δέρμα και τον αέρα, ανάμεσα στο αναπνευστικό σύστημα και την ατμόσφαιρα, ανάμεσα στο ρινικό αισθητήρα και στο οσφρητικό ίχνος των υποκειμένων. Σταδιακά, και μάλιστα πολύ γρήγορα, η μεταλλαγή αυτή επεκτάθηκε. Μια δυσάρεστη διάθεση άρχισε να επικρατεί, χωρίς να μεσολαβήσει έστω μια ουδέτερη ενδιάμεση κατάσταση.

Ο ενθουσιασμός άρχισε να μετριάζεται και να υποχωρεί και η ευφορία άρχισε να μετατρέπεται σε δυσφορία. Με αργό ρυθμό τα πρώτα λεπτά, με γεωμετρικό όσο περνούσε η ώρα. Οι ανάσες γινόντουσαν όλο και δυσκολότερες και μια ακατανίκητη δυσθυμία καταλάμβανε τους πάντες. Ένιωθαν κακόκεφοι, βαριοί, δυσκίνητοι στο σώμα και τη σκέψη – η τελευταία, και όταν ακόμη ενεργοποιείτο, περιοριζόταν μόνο στα βασικά έχοντας υποστεί τη συντριπτική ξαφνική μεταβολή των δεδομένων. Και τόσο ομαλά, τόσο ξαφνικά, ένα θερμό κύμα έκανε την εμφάνισή του στα σώματα μεταδίδοντας ακαριαία την πληροφορία στα εγκεφαλικά κύτταρα: Ζέστη!

Με το που έγινε αντιληπτή έπαψε να είναι υποφερτή. Σχεδόν με την εμφάνισή της άρχισε να γίνεται ανυπόφορη, τόσο ώστε να δυσκολεύει τους πάντες στα πάντα. Μπορούσαν μεν να περπατήσουν, μπορούσαν να κινηθούν, μα όλα γίνονταν με βία, με δυσκολία, με μείζονα προσπάθεια. Οι διαβάτες σταμάτησαν και είτε κάθισαν στην άκρη του δρόμου είτε όπου έβρισκαν, τα οχήματα ακινητοποιήθηκαν και κανένα κλιματιστικό δεν δούλευε. Ήταν όλα εκτός λειτουργίας, μα και όσα ξεκινούσαν ενεργοποιούνταν στη λειτουργία της μέγιστης θέρμανσης αναγκάζοντας τους χρήστες τους να τα κλείσουν άρον άρον. Τα πράγματα παρέμειναν έτσι για κάποιο διάστημα, μέχρι που οδήγησαν σε ένα σημαντικό βαθμό εξουθένωσης. Όσοι προσπάθησαν να αναζητήσουν το δείκτη θερμοκρασίας μήπως καταλάβουν τι συμβαίνει, βρέθηκαν σε μία ακόμη ανεξήγητη έκπληξη: Όλα τα θερμόμετρα, σαν να μην συνέβαινε τίποτα, είχαν μείνει προσηλωμένα στη γλυκιά, δροσερή θερμοκρασία της αυγής, κυμαινόμενα γύρω στους είκοσι βαθμούς Κελσίου. Το παράδοξο του φαινομένου και η απότομη σφοδρότητά του ανακίνησε στη μνήμη κάποιων παλιότερων μερικές παράξενες ιστορίες που είχαν ακούσει πολύ παλιότερα και που δεν ήταν και πολύ σίγουρο αν ποτέ συνέβησαν στα αλήθεια.

Μία από αυτές ας πούμε μιλούσε για μία τρομακτική εναλλαγή μεταξύ των καιρών, καθώς το πρωί η μέρα ξεκινούσε χειμωνιάτικη, με κρύο, πολύ κρύο, ανελέητη βροχή και αέρα, ίσως και χιόνι, μα μέσα σε μία ώρα λαμποκόπαγε ο τόπος και όλοι έσκαγαν από τον ήλιο, και μετά απότομα πάλι το ίδιο και ξανά μετά, κάτι που διαρκούσε όλη τη διάρκεια της μέρας. Έτσι, εκεί που πάγωνες και δεν μπορούσες να πάρεις ανάσα από το κρύο ούτε φυσικά να κυκλοφορήσεις από τη βροχή ή το χιόνι, ξαφνικά έσκαγες από τη ζέστη και δεν μπορούσες να πάρεις ανάσα μέχρι που ένα συννεφάκι σκέπαζε αρχικά τον ήλιο και άρχιζες απότομα να ξαναπαγώνεις. Ίσως εκεί να έχει τη βάση του και η ιστορία που βρισκόταν κάποτε στο Ανθολόγιο του Δημοτικού και περιέγραφε τον ανταγωνισμό μεταξύ του Ανέμου και του Ήλιου για το ποιος θα καταφέρει να εξαναγκάσει κάποιον γέρο να βγάλει την κάπα που φορούσε.
 Ο Άνεμος φυσούσε με μανία μα το μόνο που κατάφερνε ήταν να τον κάνει να τυλιχτεί πιο σφιχτά, μα όταν ο Ήλιος έριξε τις ακτίνες του ανάγκασε τον γέρο να πετάξει μακριά την κάπα του για να μην σκάσει. Μια άλλη πάλι ιστορία περιέγραφε μια επίσης παράξενη εναλλαγή: Τη φορά εκείνη δεν ήταν χρονική μα τοπική, δηλαδή αναμεταξύ των δρόμων της πόλης. Σε μία δηλαδή οδό επικρατούσε σκοτεινιά, με κρύο πολύ, παγωμένο αέρα και βαθύγκριζα, μαύρη συννεφιά και μόλις έμπαινες στην κάθετη ή στην αμέσως παράλληλη χαιρόσουνα τη λαμπρή λιακάδα και την καλοσύνη. Το «χαιρόσουνα» βέβαια ήταν σχετικό, γιατί από τη μία φαινόταν σαν λυτρωμός από τον μαύρο χαμό που προσπαθούσες να αποφύγεις και από την άλλη ο ήλιος ήταν τόσο εκτυφλωτικός που δεν μπορούσες να σταθείς πουθενά ούτε με γυαλιά ηλίου κι έτσι άλλαζες διαρκώς δρόμους σαν κυνηγημένος. 
Και μια άλλη πάλι τέτοια ιστορία περιέγραφε μιαν ολοφάνερη αναντιστοιχία μεταξύ των μετεωρολογικών φαινομένων και των όσων αισθάνονταν οι άνθρωποι. Όχι δηλαδή να έχει λιακάδα με κρύο, αυτό συμβαίνει συχνά, μα να επικρατεί κακοκαιρία με βαριά συννεφιά, χιονόνερο, θυελλώδεις ανέμους, η θάλασσα να ξεβράζει τα κύματά της μέχρι τα μισά της οδού Πειραιώς και παρ’ όλα αυτά κανείς να μην αισθάνεται τίποτα: Ούτε τη βροχή, ούτε το εικαζόμενο κρύο, ούτε τον αέρα. 
Αυτό βέβαια δεν ήταν τίποτα μπροστά στην άλλη περίπτωση, όπου με κάποιον αλλοπρόσαλλο μετεωρολογισμό φυσούσε παγωμένος, πολικός αέρας που σε κοκκάλωνε μα ταυτόχρονα είχε ήλιο που σε έκαιγε, και αυτό γινόταν την ίδια στιγμή έτσι που να νιώθεις ότι καταψύχεσαι και ότι τσουρουφλίζεσαι ταυτόχρονα. 
Και έτσι τα γάντια προστάτευαν μεν τα χέρια από το να μην ξυλιάσουν, μα ταυτόχρονα θερμαίνονταν έτσι όπως έπεφταν οι ακτίνες του ήλιου και τα έκαναν να ιδρώνουν και να ενσταλάζουν ποταμούς ιδρώτα που πάγωνε αμέσως και γινόταν σταλακτίτης, σαν ένα παγωμένο σελοφάν που τύλιγε τον καρπό εσωτερικά σαν δεύτερο γάντι. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε με τον σκούφο που φορούσες στο κεφάλι για να προστατευτείς από το ψύχος μα κατέληγες με ένα παγωμένο πέπλο που κάλυπτε το κεφάλι σου, το οποίο όμως διαπερνούσε η ηλιακή ενέργεια και το πυρπολούσε εσωτερικά, έτσι που ίδρωνε και γεννούσε νέους καταρράκτες από ιδρώτα που ψυχόταν επί τόπου. 
Όλες αυτές βέβαια ήταν κάπως σκοτεινές μυθοπλασίες και πιθανότατα δεν θα είχαν συμβεί στα αλήθεια, μα δεν θα μπορούσαν να μην αναδυθούν από κάποιο βαθύ ασυνείδητο έτσι όπως άρχισαν να εξελίσσονται τα πράγματα.

Γιατί τότε άρχιζε η επόμενη φάση, η φάση της επιδείνωσης. Εκεί που οι άμυνες των ανθρώπων προσπαθούσαν και εν μέρει τα κατάφερναν βοηθούμενες και από την πρόσκαιρη σταθεροποίηση να ισορροπήσουν την κατάσταση των σωμάτων και να ανακτήσουν όσες και όποιες δυνάμεις μπορούσαν, ένας νέος απρόσμενος θερμικός κυματισμός ήρθε να φέρει τον κλονισμό. Πλέον όλοι στάθηκαν ανήμποροι και την ανημποριά τους αυτή την αναγνώρισαν αμέσως και οι ίδιοι. Αυτή η νέα, βίαιη καυστική εισβολή ήρθε σαν ισχυρό χτύπημα στα σώματα που άρχισαν να ακινητοποιούνται καθώς ο ατμοσφαιρικός αέρας είχε γίνει βαρύς, πυκνός, γεμάτος θερμικές συσσωματώσεις αόρατων σωματιδίων και δεν επέτρεπε σε τίποτα να τον διασχίσει, πόσω μάλλον σε ανίσχυρα ανθρώπινα μέλη ή ακόμη και σε ανθρώπινους θώρακες που επιχειρούσαν να μεταφέρουν προς τα έξω την απέλπιδα προσπάθεια των πνευμόνων να τροφοδοτηθούν με κάπως δροσερό – φευ – αέρα για την πολύτιμη διαδικασία της αναπνοής. 

Η φαεινή ιδέα ορισμένων να φυσήξουν απαλά προς το σώμα τους με την προσδοκία να διασπάσουν τον καυτό κλοιό στέφθηκε από παταγώδη αποτυχία αφού και ο ξέπνοος αέρας των σπλάχνων τους μεταβλήθηκε σε καυστική ύλη που φλογοβόλησε πυρπολώντας την ήδη φλεγόμενη σάρκα τους.

Όταν κάποιοι προσπάθησαν με την άκρη του ματιού ή την περιφερειακή τους όραση – γιατί πού να στρίψεις το κεφάλι, ήταν πια αδύνατο – να δουν την ένδειξη των θερμομέτρων, δοκίμασαν μία έκπληξη ακόμη: Κανένα θερμόμετρο δεν λειτουργούσε, αφού στα μεν γυάλινα δεν υπήρχε πια υδράργυρος και στα δε ηλεκτρονικά δεν εμφανιζόταν καμία ένδειξη.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να θεωρηθεί και κατανοητή: Αυτό που συνέβαινε δεν ήταν απλά μια ζέστη, υπερφυσική έστω, με την έννοια του φυσικού φαινομένου και άρα με την αυτονόητη υπαγωγή του στους νόμους της φυσικής και της χημείας. Όχι. Ήταν μία υπερσύνθετη εξελισσόμενη ανάπτυξη μιας απροσδιόριστης θερμικής κυριαρχίας. Ο ουρανός δεν είχε τίποτα από το γαλανό χρώμα του, ούτε καν από τους χρωματισμούς που έπαιρνε τις ημέρες των καυσώνων. Ήταν όλος ενιαίος, υποκίτρινος, σχεδόν άχρωμος, χωρίς κανένα σύννεφο να τον καλύπτει και χωρίς κανείς να εντοπίσει πού ακριβώς βρισκόταν ο ήλιος, αφού ήταν σαν να έχει σπάσει και το εσωτερικό πυρίκαυστο μάγμα του να έχει ξεχυθεί σε όλη την ουράνια σφαίρα. 

Καθώς όλα έφταναν στην κορύφωση, μάταια οι τελευταίοι που μπορούσαν να συλλογιστούν και άρα να ελπίσουν περίμεναν μια πνοή, μιαν Ιφιγένεια. Πλέον τα δέρματα άρχισαν να διασπώνται, να καταντούν σαν απότιστο, άνυδρο για χρόνια χώμα της ερήμου γεμάτο σκελετούς, να σπάνε και να αποκόπτονται από τα μαρτυρικά πρόσωπα που με τη σειρά τους κατακερματίζονταν και σκορπίζονταν στην ακαθόριστη ατμόσφαιρα. 

Η εξάχνωση οδηγούσε στον εκμηδενισμό και στην κατάργηση της ύλης  που έχανε πια κάθε ιδιότητά της και τελικά την ίδια την ύπαρξή της. Παντού ξεχύνονταν χρωματιστά υγρά από τα τατουάζ που έλιωναν και κυλούσαν στο έδαφος. Οι εγκέφαλοι χαλάρωναν τη συνδεσμολογία τους και εν συνεχεία υγροποιούνταν σε ένα λευκοκόκκινο μείγμα γεμάτο κατεστραμμένη ουσία και νευρώνες, για να εξατμιστούν αμέσως μετά απελευθερώνοντας κάθε είδους σκέψεις, που κι εκείνες με τη σειρά τους δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν, αφού αποδομήθηκαν και εξαφανίστηκαν. Τα κορμιά αποσυντίθεντο εις τα εις ως συνετέθησαν και η πρωταρχική τους ύλη διαλυόταν και αυτή, διυλιζόταν, εξαϋλωνόταν, εξανεμιζόταν σαπισμένη, άχλωρη, στεγνή, στερνή και ακάθαρτη.

Η ίδια υπέρθερμη μοίρα περίμενε και πολλά από τα κτήρια της Αθήνας. Τα φλογώδη αόρατα σωματίδια διείσδυαν στα υλικά τους, εξουδετέρωναν μαγνητικά τα ηλεκτρόνιά τους που μετατρέπονταν σε άπειρους φλεγόμενους ανεξέλεγκτους αδιόρατους κομήτες, συνέτριβαν τη μοριακή δομή τους, τη μετέτρεπαν στιγμιαία σε σκόνη και έτσι μέταλλα, γυαλιά, πλαστικά, τσιμέντα, όλα μετατρέπονταν σε ελάχιστα δευτερόλεπτα σε πυρώδη σκόνη, που, όση δεν διαχεόταν, κατακαθόταν στην αρχική θέση των κτηρίων που κονιορτοποιήθηκαν χωρίς να προλάβουν καν να καταρρεύσουν.
****
Τις στιγμές εκείνες, οι κάτοικοι της κάτω πόλης γνώριζαν ακριβώς το κακό που συνέβαινε επάνω. Είχαν πλήρη αίσθηση και γνώση αφού ένα πληροφοριακό πεδίο παντελώς άγνωστο στους επάνω κατοίκους μετέφερε σε πραγματικό χρόνο όλα τα δεδομένα της επάνω Αθήνας. Κάποιοι ήταν κλονισμένοι, κάποιοι σκεπτικοί, κάποιοι βυθισμένοι σε βαθιά περίσκεψη, όλοι περίμεναν να ολοκληρωθεί αυτό που είχε ξεκινήσει. Βέβαια κανείς δεν έδειχνε να αιφνιδιάζεται. Ο Τσαρούχης, έχοντας μόλις ζωγραφίσει ένα νεοκλασικό που είχε κατεδαφιστεί, κρατώντας ακόμη το πινέλο άνοιξε τα χέρια του σαν να έλεγε πως ήταν αναμενόμενο, μα και πως δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτα.

 – Πότε το βλέπεις να τελειώνει; Ακούστηκε να ρωτά ο Καββαδίας τον Καραγάτση.
 – Πού να ξέρω; Δεν βλέπεις ότι κανείς δεν ξέρει;
– Εσύ όμως περιέγραψες τη ζέστη στο 10… σε ρώτησα γιατί μπορεί να έχεις μια ιδέα.
–Περιέγραψα τη ζέστη του Πειραιά, όχι της Αθήνας. Αυτό βέβαια καμία σημασία δεν έχει. Σημασία έχει ότι, όπως ξέρεις φίλε μου ποιητή, δεν πρόλαβα να το τελειώσω. Και το «ας γελάσω», δεν φαίνεται να αρμόζει εδώ, συνέχισε κλωτσώντας ελαφρά ένα χαλίκι προς την άκρη του δρόμου.

–Έχεις δίκιο, ναι… κανείς μας δεν ξέρει… ούτε καν αυτοί εκεί, είπε και έδειξε με ελαφρά σηκωμένο το χέρι προς την πλευρά του Πλάτωνα, του Ταλίμπ και της παρέας τους που κάθονταν στις καρέκλες αποκαμωμένοι, με τα χέρια σταυρωμένα ενώ τις προηγούμενες μέρες είχαν αναλωθεί σε ατελείωτες συζητήσεις για το κατά πόσον οι κάτοικοι της επάνω πόλης θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να έχουν υποψιαστεί διαβάζοντας τα σημάδια.
Τις ίδιες στιγμές ένα μεγάλο δέντρο που είχε τον κορμό του στην επάνω πόλη και συγκεκριμένα στον Εθνικό Κήπο δρόσιζε τις ρίζες του κουνώντας τις νωχελικά μέσα στα όπως πάντα δροσερά νερά της λίμνης, που εκείνο το πρωί η Καλλιρόη είχε ανανεώσει.







                                          


[1]«Όψιμη άνοιξη φέτος. Έβλεπες ακόμα ανθισμένες μυγδαλιές. Χώρια τις βερυκοκιές, τις αχλαδιές, τις ροδακινιές που είχαν φουντώσει στο λευκό και ρόδινο ανθό. Ήσαν και κάτι εσπεριδοειδή –μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, νεραντζιές – πού ‘χαν στολίσει τους ντελικάτους κλώνους τους με ανοιχτοπράσινα γυαλιστερά φύλλα κι άσπρα λουλούδια, λες και πλασμέν’ από κερί. Αυτά τα δέντρα είναι που ευωδίαζαν πιότερο απ’ όλα. Κι είχαν μυρωδιά ύπουλη και δυνατή, που άρπαζε τον
άνθρωπο απ’ τα ρουθούνια, ανέβαινε στην κεφαλή και ζάλιζε άσκημα το μυαλό φέρνοντας σκέψεις πονηρές, που όργωναν τα νεφρά και βαραίναν τους διδύμους ανάμεσα στα σκέλια». Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης.
[2]Ευτυχώς, το κίτρινο αυτό δεν είχε αντικατασταθεί με το απερίσκεπτο νεκροτομικό και καταθλιπτικό λευκοκύανο άλλης λάμπας από κάποιο τυχαίο χέρι ενός εργάτη του Δήμου, όπως συνέβαινε κατά κόρον και μπορούσε να συμβεί τυχαία ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε στην πόλη. Βλέπετε συχνά οι κίτρινες λάμπες νατρίου αντικαθίσταντο από άλλες χωρίς σχεδιασμό, απλώς από τυχαιότητα. Κι εκεί που είχε κανείς συνηθίσει το υπέροχο, θερμό, ατμοσφαιρικό, αναλυτικό και διαπερατό κίτρινο φως να βρεθεί ζαλισμένος, αγριεμένος και απογοητευμένος κάτω από μια άχρωμη ψευδοφωτεινή κηλίδα  που περισσότερο ενοχλούσε παρά βοηθούσε. Και συνέβαινε και το άλλο κωμικό: Σε μια ολόκληρη σειρά από κίτρινες λάμπες ξεφύτρωνε ξαφνικά κάποια λευκή, ή, ακόμη χειρότερα, εναλλάσσονταν μερικές κίτρινες και μία ασθενική υπόλευκη, σε τυχαίους συνδυασμούς. Η εικόνα αυτή, εικόνα μάλλον φωτισμένου τσίρκου και όχι δρόμου οργανωμένου κράτους, εκτός του ότι διαμόρφωνε έναν σε γενικές γραμμές προβληματικό φωτισμό που κούραζε ήταν ενδεικτική του τρόπου οργάνωσης και δουλειάς όσων ήταν επιφορτισμένοι με αυτή την αρμοδιότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου