Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

~Χλόη Κουτσουμπέλη~

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε νομική στο Α.Π.Θ. 
Ποιητικές συλλογές: "Σχέσεις σιωπής" 1984, εκδόσεις Εγνατία, "Η νύχτα είναι μια φάλαινα" 1990, εκδόσεις Βιβλιοπωλείου Λοξίας, "Η αποχώρηση της λαίδης Κάπα" 2004, εκδόσεις Νέα Πορεία, "Η λίμνη, ο κήπος και η απώλεια" 2006, εκδόσεις Νέα Πορεία, "Η αλεπού και ο κόκκινος χορός", 2009, εκδόσεις Γαβριηλίδης, "Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς" 2012, εκδόσεις Γαβριηλίδης, "Κλινικά απών" 2014, εκδόσεις Γαβριηλίδης, "Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης" 2016, εκδόσεις Γαβριηλίδης. 
Μυθιστόρημα: "Ψιθυριστά" 2002, Εκδόσεις Παρατηρητής 
Θέατρο: "Ορφέας στο μπαρ" 2005, Εκδόσεις Πάροδος, "Το Ιερό Δοχείο", 2015, Εκδόσεις Θίνες. 
Κυκλοφορούν στο διαδίκτυο οι τέσσερις πρώτες ποιητικές της συλλογές σε e-book καθώς και δύο ακόμα ηλεκτρονικά βιβλία με τίτλους "Απαγόρευση κυκλοφορίας" και "Η κρυφή ζωή των ποιημάτων" με ποιήματά της και φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου. 
Το 2013 εκδόθηκε στον Καναδά μία ανθολογία ποίησης με τίτλο "Cloe and Alexandra" εκδόσεις Libros Libertad που περιλαμβάνει ποιήματα δικά της και της Αλεξάνδρας Μπακονίκα μεταφρασμένα στα αγγλικά από τον Μανώλη Αλιγιζάκη. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου ποιητών. 
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά και δημοσιευτεί στο ιταλικό περιοδικό Voce de la luna, στα Βουλγαρικά (περιοδικό Πάροδος τεύχος 47) στα Γερμανικά, στα Γαλλικά, στα Ισπανικά. 
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα (2013) 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, Κύκλος Ποιητών (2007),Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη, Ερωδιός.








[ΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΒΡΕΘΕΙΣ]

Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
χειμώνα με ομίχλη
και την υγρασία ψόφιο
όρνεο
κάτω απ΄ το σακάκι
διασχίζεις έρημα χωράφια
και συναντάς μόνο σκιάχτρα
που ριγούνε στο σκοτάδι
και δεν υπάρχει δρόμος
ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
στην ζεστή κουζίνα
με την χύτρα να κοχλάζει
το ξύλινο τραπέζι
την σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι 
που μοιράζονται δυο άνθρωποι ποτέ
είναι η μνήμη.







[ΠΩΣ ΝΑ ΒΓΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΑΣ ΑΝΩΔΥΝΑ]

Ι
Σου γράφω 
από το κέντρο παραθερισμού
πολλά μυρμήγκια στα λευκά σεντόνια.
Κανείς δεν φεύγει ούτε έρχεται
τα περιστέρια πετούν μες στα δωμάτια
κι αφήνουν περιττώματα τον φόβο τους.
Μια πηχτή ζέστη
αφήνει τις κηλίδες της στο πάτωμα.
Τα κορμιά λιώνουν μόνα.
Εσωκλείω μικρές ύαινες.
Ελπίζω να διατηρείς
ακόμα το γραμματοκιβώτιο
στην μέση της ερήμου.
ΙΙ
Ο πόνος είναι σολομός
με τα πλευρά ασημί
και την κοιλιά λευκή.
Όταν ενηλικιωθεί
επιστρέφει στις λίμνες
για να αναπαραχθεί.
Πολλαπλασιάζεται γρήγορα.
Κυριεύει το κορμί.
Πού είναι η λευκή σου φάλαινα Αχάμπ
να σπάσει την νύχτα
με την πελώρια της ουρά;
Στο ψυγείο παστά ψάρια οι στιγμές
σε γυάλινο βάζο με αρμύρα
όταν ανοίγω την μνήμη
πέφτουν ψόφια
ανάμεσα στα πόδια.
ΙΙΙ
Σκέπασε με λευκά πανιά
τα χαμογελαστά έπιπλα μπαμπού
τίναξε τις πετσέτες
πριν τις απολιθώσεις στην ντουλάπα.
Βγαίνοντας, κλείσε το καλοκαίρι
πίσω σου ανώδυνα.
Έτσι κι αλλιώς ο πόνος
θα σε περιμένει στην αποθήκη
μαζί με τα βατραχοπέδιλα
για να τον φουσκώσεις πάλι
το άλλο καλοκαίρι.







[ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ]

Το μικρό κορίτσι που
κυκλοφορούσε σε πελώρια σπίτια
έπινε οινόπνευμα από μία καράφα στο σαλόνι
είχε φλέβες στο χρώμα της νύχτας
όταν τις έκοβε
το σπίτι κατέρρεε
γι ’αυτό και μετακόμιζαν συχνά.
Κάθε σπίτι είχε δικό του νεκροταφείο
ενσωματωμένο στο σαλόνι
ή στον πάνω όροφο
αν ήταν μεζονέτα,
ο μπαμπάς το απαιτούσε απ’ τον μεσίτη,
χρειαζόμαστε τρία δωμάτια, σαλόνι και νεκροταφείο
δήλωνε προκαταβολικά,
τα σπίτια που έμεναν δεν είχαν έπιπλα
πίνακες, μαξιλάρια
μόνο μαυρόασπρα πλακάκια στην κουζίνα
έναν παλιό φούρνο
και μία ταπετσαρία με σκηνές κυνηγιού.
Κάθε Κυριακή μία γυναίκα πληρωνόταν
και έψηνε ένα ακαθόριστο κρέας στο ταψί
που μπορεί να ήταν κοτόπουλο
αν και ο πατέρας χαριτολογώντας
το ονόμαζε καρδιά.
Το μικρό κορίτσι που
κάποτε μεγάλωσε.
Κλείδωσε πίσω της τα σπίτια χωρίς όνομα.
Όταν πέθανε ο μπαμπάς
άγριοι μεσίτες άρχισαν να της χτυπούν την πόρτα.
Τώρα ζητούν πίσω τα χρωστούμενα.






[Ο ΣΤΡΟΒΙΛΟΣ]

Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ’ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματά της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνουν τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αγέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.





[ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ]

Ι.
Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ως πού ακούει σ' αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

ΙΙ
-Άρχοντα είναι πολύ νέος.
-Ναι, με αγαπούσε από καιρό.
Έπαιζε σκάκι μαζί μου εδώ και χρόνια.
-Άρχοντα, του έδινες πάντα τα μαύρα.
-Ναι, αλλά τον άφηνα να παίξει πρώτος.
-Άρχοντα, ήταν στημένη η παρτίδα.
-Και λοιπόν, πότε δεν είναι;
Δεν είναι πάντα στημένη η παρτίδα των θνητών;
Κέρδισε κανείς ποτέ με ρουά ματ και δεν το ξέρω;
-Όμως αυτός μικρός έχασε την βασίλισσα
ο βασιλιάς έπαιρνε αντικαταθλιπτικά
οι αξιωματικοί δεν ήταν θαρραλέοι
τα άλογα πάλι έτρωγαν πολύ σανό
και έγιναν νωθρά και κακομαθημένα.
-Ναι αλλά ένα πιόνι-αδελφή- έγινε υποκατάστατο Βασίλισσας.
-Αφού το ξέρεις ήταν άχρηστο με πολλές τάσεις φυγής
δυο δυο δρασκέλιζε συνέχεια τα τετράγωνα
και εγκατέλειψε γρήγορα την σκακιέρα.
-Και τι φταίω εγώ για όλα αυτά;
Δεν κατανέμω εγώ τους συγγενείς.
Απευθυνθείτε στον Ανύπαρκτο Αρμόδιο.
-Άρχοντα είναι πολύ νέος.
-Ναι, θα ζήσουν να τον θυμούνται πολλά χρόνια.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου